Τσαμπατζήδες

Αφιερωμένο στον Θανάση (έτσι δεν τον λέγανε;) που έχασε τη ζωή του για ένα εισιτήριο. Μια και δεν ξέρω να γράφω ωραία (και ούτε έχω τις ανάλογες εμπειρίες) αντιγράφω από τον Διονύση Χαριτόπουλο:

Image

Μέχρι να τελειώσει το δημοτικό, το παιδί θα πηγαίνει τα καλοκαίρια στη θάλασσα με τους άλλους της γειτονιάς καβαλαρία στο τελευταίο βαγόνι στο τρενάκι, ξυπόλυτο και μόνο με ένα μαύρο σωβρακάκι και ένα φίνο κοπίδι σκέτο ξυράφι, απαραίτητο εργαλείο για αχινούς, μύδια και πεταλίδες. Σπάνια φτάνει ως το Πέραμα, είναι μακριά και κουράζεται σκαρφαλωμένο στον πίσω προφυλακτήρα του βαγονιού· δεν είναι άνετος σαν του πράσινου τραμ, που τα παράσιτα των τραμ, όπως λένε τα κρεμασμένα τσαμπιά πιτσιρικάδων οι τραμβαγέρηδες, μπορούν να αράξουν τρεις και τέσσερις, ολόκληρη η παρέα· ούτε στο Ικόνιο πάει γιατί εκεί είχε βγει το σκυλόψαρο και που έφαγε τον άνθρωπο, συνήθως πηδάει από το τρενάκι όταν κάνει στάση στον όρμο του Αγιώργη στο Κερατσίνι και κατεβαίνει για κολύμπι στα Βοτσαλάκια, όχι εκεί που μουλιάζουν οι γριές με τα κομπινεζόν και οι μουρλές μανάδες ταΐζουν με σκαμπίλια τα μικρά τους αλλά πιο πέρα, στα βραχάκια, για βουτιές και πεταλίδες. 

[…]

Το φίνο του κοπίδι θα το χάσει από ένα κέρατο εισπράκτορα. 

Όπως είναι σκαρφαλωμένοι με ένα φιλαράκι στο τελευταίο βαγόνι και πάνε για μπάνιο, ξαφνικά ανοίγει λίγο προς τα πάνω το πίσω παράθυρο, βγαίνει το χέρι του εισπράκτορα, που είχε πλησιάσει σκυφτός για να μην τον δουν, και μαγκώνει τον φίλο του. 

– Τσογλάνια σάς έπιασα, τους λέει απειλητικά. 

Ο άλλος άρχισε να παρακαλάει να τον αφήσει. 

– Άσε με ρε μπάρμπα. 

– Τώρα, τώρα… Θα τα πούμε στη στάση.

– Άσε με, δε θα το ξανακάνω, θα παρακαλέσει πάλι το φιλαράκι του. 

– Θα δείτε τι θα πάθετε, απειλούσε εκείνος. 

Το παιδί δεν το σκέφτηκε πολύ. 

– Άσ’ τον, δεν ακούς;

Και επειδή θεώρησε ότι αφού το είπε μια φορά φτάνει, δεν θα λέει συνέχεια τα ίδια, καρφώνει το κοπίδι στο χέρι που κρατάει τον φίλο του· σπάραξε από πόνο ο άνθρωπος και, τραβώντας απότομα το χέρι του με το κοπίδι μπηγμένο βαθιά στη ράχη της παλάμης, το χτύπησε στο μισάνοιχτο παράθυρο και ξαναβόγκηξε, αλλά τα παιδιά δεν θα δουν παρακάτω, θα πηδήξουν από το τρενάκι και κουτρουβαλώντας πλάι στις γραμμές θα τους φτάσει η ψυχή στο στόμα μέχρι να επιστρέψουν στην ασφάλεια της γειτονιάς. 

Πάει το καλό κοπίδι, πάνε και τα μπάνια για εκείνο το καλοκαίρι, μην ξαναπέσουν στον ίδιο εισπράκτορα και τα πληρώσουν μαζεμένα. 

(Διονύσης Χαριτόπουλος, Εκ Πειραιώς, εκδ. Τόπος, σ. 113-115.)

Συγγνώμη που, τσαμπατζήδικα κι εγώ, παραβιάζω το copyright. Ελπίζω να είναι μικρό το κακό!

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Uncategorized. Leave a Comment »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: