Προσφυγογειτονιές του Πειραιά (Δ. Χαριτόπουλος, Εκ Πειραιώς)

Αποσπάσματα από το πρόσφατο (2012) βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου Εκ Πειραιώς, εκδ. Τόπος, σ. 165-167, 168-169, 169-170. Χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα, αλλά αληθινός πρωταγωνιστής είναι ο ιστορικός Πειραιάς, ο εργατόκοσμος και ο λουμπενόκοσμός του.  

Image

Α΄ απόσπασμα

Όταν μπαίνεις στην Κοκκινιά είναι σαν να περνάς το κατώφλι χρωματιστής ζωγραφιάς από παιδικό χέρι και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πεντακάθαρη ασπρισμένη αυλή, με ανάκατα μικρά προχειροφτιαγμένα σπιτάκια από ανόμοια υλικά, πλίθρες, σανίδια, τσίγκια και πισσόχαρτα που προσπαθεί να τα συνταιριάξει το ασβέστωμα και θαρρείς θα πέσουν με ένα φύσημα, χαμηλές ασβεστωμένες μάντρες σαν πεζούλια, ασπρισμένα πεζοδρόμια, ασπρισμένους ντενεκέδες με πολύχρωμα λουλούδια, σανιδένιες εξώπορτες όλο πρόκες και ξύλινα ματίσματα, βαμμένες μπλε, πράσινες και γαλάζιες που μπαινοβγαίνουν τα πιο γλυκά και αγαπησιάρικα κορίτσια του κόσμου.

Πριν τους Μικρασιάτες πρόσφυγες η παλιά Κοκκινιά δεν είχε και τίποτα να της ζηλέψεις· ένας απόμερος συνοικισμός μακριά από την πόλη με λιγοστά σπίτια μες σε χωράφια, και εκεί, προς τις γκρεμίλες του Καραβά, κάπνιζαν τα πρώτα εργοστάσια του Πειραιά αφού αρχικά αυτή η περιοχή είχε οριστεί επίσημα Βιομηχανική Ζώνη και πλάι στον ατμόμυλο του Κανελλά και το πρώτο μηχανουργείο Βασιλειάδη έγινε το περίφημο Νηματοκλωστείον του Βολονάκη που εξελίχθηκε σε μεγάλη βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας μα η δουλειά ήταν σκλαβιά από το ξημέρωμα ως αργά τη νύχτα, τόσο που οι πρώτες βιομηχανικές εργάτριες θεωρούνταν πλάσματα απολύτως δυστυχισμένα και για λύπηση: «Του Βολονάκη η φάμπρικα σφυρίζει / ξημερώνει / βόηθα Χριστέ την ορφανή / στον αργαλειό που λιώνει».

Ήρθαν οι πρόσφυγες και άλλαξε ο τόπος.

Οι «ατελώνιστοι», όπως τους λένε οι μάγκες, έφτασαν από απέναντι με μισό παπούτσι και την ψυχή στο στόμα, έστησαν με ψευτοπράματα καμαράκια να ζήσουν και, μαθημένοι στην πάστρα και τη νοικοκυροσύνη, τα περνάνε κάθε τόσο ένα χέρι ασβέστη να αστράφτουν· άνοιξαν πηγάδια για νερό, έφτιαξαν πλατείες, σχολεία, εκκλησίες, μαγαζιά και έδωσαν στους δρόμους ονόματα από αγαπημένες πόλεις που χάθηκαν: Ιωνίας, Σμύρνης, Αττάλειας, Βιθυνίας, Εφέσου, Καισαρείας, Καππαδοκίας, Κυδωνιών, Μούγλων, Μαινεμένης, Προύσσης, αλλά δεν ξέχασαν εκείνους που τους συμπαραστάθηκαν στον χαμό· ένας μεγάλος δρόμος βαφτίστηκε Μοργκεντάου προς τιμήν του Αμερικάνου διπλωμάτη που τους στάθηκε τις δύσκολες ώρες, και ένας άλλος δρόμος Αμερικανίδων Κυριών για να τιμήσουν έναν φιλανθρωπικό σύλλογο γυναικών της Αμερικής που πόνεσαν την καταστροφή τους και μάζεψαν λεφτά να φτιαχτεί το νοσοκομείο που όλοι ξέρουν ως Αμερικάνικο και δω γεννήθηκε όλη η νέα γενιά της Κοκκινιάς.

Β΄ απόσπασμα

Όπως στις περισσότερες γειτονιές, έτσι και στη Νίκαια είναι βάρδα μη βρέξει· κι αν βρέξει πολύ, ιδίως στις χαμηλές περιοχές τα νερά ορμάνε σαν αφρισμένος χείμαρρος και ξεσπιτώνουν ανθρώπους, παίρνουν μαζί τους σκεπές, κρεβάτια, τραπέζια και καρέκλες. Η τάφρος που ανοίχτηκε για να μαζεύει τα βρόχινα νερά και να τους προφυλάξει από τις θεομηνίες, η Καναπιτσερή ή Σούδα, είναι τόσο ρηχή και στενή που τώρα κινδυνεύουν από αυτή· βουλώνει συνεχώς από τα χώματα και τις πέτρες που κατεβάζει, το νερό φουσκώνει και ξεχειλίζει στους δρόμους και μπαίνει πιο ορμητικό μέσα στα σπίτια, ενώ το καλοκαίρι γίνεται ένας βούρκος όλο κουνούπια με τα νερά να λιμνάζουν και να βρομοκοπάνε από μακριά.

Γ΄ απόσπασμα

Μα η Κοκκινιά έχει τις χάρες της.

Οι βόλτες του παιδιού και της παρέας του δεν είναι στη ΧΑΝ που τα καλόπαιδα παίζουν πιγκ πογκ και βόλεϊ, [αλλά] στη μάντρα του Γ΄ Νεκροταφείου με τα χαρμάνια, στη διασταύρωση Πέτρου Ράλλη και Θηβών για καλντεριμιτζούδες, πάνε στα σφαιριστήρια και τα καφενεία για στοιχήματα, σε κρυφές μπαρμπουτιέρες, για κάποιο έργο στα σινεμά Αλκαζάρ, Απόλλων, Έσπερος, Παλλάς ή Σταρ ή, το καλύτερο, για να δουν κορίτσια στην Οσία Ξένη και προπαντός στο μεγάλο νυφοπάζαρο της Μοργκεντάου με τα ατελείωτα πάνω κάτω από την πλατεία του Άγιου Νικόλαου ως την πλατεία Κρήνης που είναι γνωστό ότι κινδυνεύεις να φύγεις ερωτοχτυπημένος βαριά: «Για σένα λιώνω και πονώ μικράκι μου / όμορφο κουκλί της Κοκκινιάς», αφού εδώ θα δεις τα πιο μελένια, τα πιο μαριόλικα κορίτσια του Πειραιά που θα σε κάνουν να νιώσεις μέσα σου το γλυκό σφάξιμο της ομορφιάς· δεν είναι μόνο το βλέμμα και η γλύκα της όψης, έχει και κάτι άλλο αυτή η φύτρα της Ανατολής που δεν μπορείς να το πεις· αλλιώς περπατάνε, αλλιώς στέκονται, αλλιώς χαμογελάνε. Και αν καταφέρεις καμιά τσαχπίνα να πάτε μαζί στο περιβολάκι, το Άλσος των Νυμφών το λεγόμενο, να χωθείτε ανάμεσα στους θάμνους, εδώ που ήρθε φέτος η Ελισάβετ με τον άντρα της τον Φίλιππο τον «Έλληνα» επιτούτου από την Αγγλία να δουν το εκκλησάκι που έχτισαν οι Κοκκινιώτες στο όνομά του, τότε εσύ είσαι ο βασιλιάς και όχι αυτός ο χαλβάς που κοίταζε σαν χάννος τον κόσμο που μαζεύτηκε στην Πέτρου Ράλλη να τον υποδεχτεί.

Αλλά με τα κορίτσια θέλει προσοχή γιατί είναι φανερό πως εδώ οι άνθρωποι δεν βρέθηκαν τυχαία στις ίδιες γειτονιές, έχουν και άλλους δεσμούς πιο βαθείς και παλιούς από το τωρινό γειτόνεμα. Και όταν πας και ξαναπάς, αρχίζουν τα μαγκάκια οι Κοκκινιώτες και σε στραβοκοιτάνε, ξέρουν γιατί τριγυρνάς και δεν σηκώνουν τέτοια, δεν είναι τίποτα κορόιδα να τους φας τα κορίτσια μέσ’  από τη γειτονιά τους και τα μπράτσα τους είναι δουλεμένα στις οικοδομές, στα σιδεράδικα και στο Λιμάνι· την πάτησε μερικές φορές το παιδί και βρέθηκε μπλεγμένο με ζόρικους Κοκκινιώτες και έφαγε χλαπάτσες από κορίτσια που ήταν καπαρωμένα ή δεν ήταν για τα δόντια του.

Διονύσης Χαριτόπουλος, Εκ Πειραιώς, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2012.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: