Η υπόθεση των φρεγατών

Απόσπασμα από τις Ιστορίες από το Χαμένο Βιβλίο του Λέανδρου Πολενάκη. Προσοχή: Είναι λογοτέχνημα, αλλά περιλαμβάνει και αληθινά γεγονότα. Όποιος ενδιαφέρεται για τη σκέτη αλήθεια, ας ερευνήσει…

Στο όνειρό του ο πλοίαρχος Σανδ είχε γυρίσει λίγα χρόνια πριν, τότε που δεν είχε ακόμα καταταγεί στο ναυτικό κι εργαζόταν στο γραφείο του θείου του, διαπρεπούς νομομαθούς Ερρίκου Δουάιτ Σέδγουικ, ως ασκούμενος δικηγόρος. Το γραφείο του θείου του είχε αναλάβει να στηρίξει την ελληνική πλευρά σε μια ελληνοαμερικανική δικαστική διένεξη επί αμερικανικού εδάφους, που έμεινε στην ιστορία ως «υπόθεση των φρεγατών». Η Ελληνική Επανάσταση που βρισκόταν στον τέταρτο χρόνο της, έμοιαζε σαν να είχε στεριώσει στρατιωτικά, της έλειπε όμως η πολιτική αναγνώριση. Η κυβέρνηση αποφάσισε τότε απρόσμενα, αιφνιδιάζοντας την Ιερή Συμμαχία, να ρίξει στο τραπέζι το αμερικανικό χαρτί. Να παραγγείλει ή να αγοράσει πλοία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που, αν γινόταν, θα συνιστούσε μια de facto αναγνώριση από τις Η.Π.Α. των Ελλήνων ως εμπολέμων που μέχρι τότε τους αντιμετώπιζαν ως πειρατές ή ως τρομοκράτες. Στάλθηκε μια επιτροπή από Ελλήνων στη Νέα Υόρκη η οποία, μετά από εξέταση των πραγμάτων επί τόπου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνέφερε περισσότερο η παραγγελία στα ναυπηγεία παρά η αγορά έτοιμων πλοίων. Κλείστηκε πράγματι συμφωνία με τα ναυπηγεία Leroy Bayard της Ν. Υόρκης που ανέλαβαν τη ναυπήγηση τριών φρεγατών για λογαριασμό της ελληνικής κυβέρνησης, με τη μέθοδο των υπεργολαβιών. (Πληρωμές επί αποδόσει λογαριασμών που, σημειωτέον, ποτέ δε δόθηκαν). Ανοίχτηκε η σχετική πίστωση στους τραπεζίτες του Λονδίνου, Ρικάρντο, Ουίλλιαμς και Ρόθτσιλδ, από τους οποίους ο πρώτος ήταν ο εκδότης των ομολογιών του β΄ δανείου της ανεξαρτησίας, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος ανέλαβαν το ρόλο εγγυητών της αποπληρωμής του τιμήματος. Για την εξόφληση των λογαριασμών εκδίδονταν γραμμάτια που «αγόραζε» η Τράπεζα Ρικάρντο, πιστώνοντας ανάλογα το λογαριασμό του ελληνικού χρέους βάσει ενός ανέκκλητου πληρεξούσιου που είχε εξασφαλίσει, αντλώντας δηλαδή στην πραγματικότητα χρήματα από το κεφάλαιο του β΄ δανείου, κατατεθειμένου ακόμη στους τραπεζίτες του Λονδίνου. Με αυτό το σύστημα της ανεξέλεγκτης άντλησης χρημάτων (Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει), ο αρχικός προϋπολογισμός του έργου ξεπεράστηκε κατά 1000%! Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι οι Αμερικάνοι είχαν διορίσει έμμισθο επόπτη της ναυπήγησης των φρεγατών τον Γάλλο απόστρατο στρατηγό Λαλμάν, που ο γιος του ήταν εν ενεργεία επιτελικός αξιωματικός του Ιμπραήμ, εναντίον του οποίου θα πολεμούσαν οι φρεγάτες!

Σαν να μην έφταναν αυτά, μόλις ολοκληρώθηκε με τα πολλά η ναυπήγηση των πανάκριβα πληρωμένων πλοίων, οι αισχροκερδείς Αμερικάνοι κατασκευαστές αρνήθηκαν την παράδοσή τους με τη δικαιολογία, τώρα το θυμήθηκαν, ότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται από τον αμερικανικό νόμο, το δόγμα Μονρόε, που δεν επιτρέπει την πώληση αμερικανικών όπλων σε χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε πόλεμο με τρίτες χώρες φιλικές προς τις Η.Π.Α., όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η υπόθεση κατέληξε σε αμερικανικό διαιτητικό δικαστήριο και η Ελλάδα έχασε την υπόθεση, παρότι είχε με το μέρος της την αμερικανική κοινή γνώμη. Παρενέβη τότε υπέρ της Ελλάδος ο μέγιστος Αμερικανός νομομαθής Δανιήλ Γουέβστερ, στο τέλος αναγκάστηκε να πάρει θέση κι ο ίδιος ο Πρόεδρος των Η.Π.Α., ενώ ο συνήγορος της ελληνικής υπόθεσης, διαπρεπής νομικός Ερρίκος Δουάιτ Σέδγουικ κατήγγειλε δημόσια τον πρόεδρο του δικαστηρίου των διαιτητών ως απατεώνα και διεφθαρμένο… Αντί απαντήσεως, ο γιος του ιδιοκτήτη των ναυπηγείων Leroy Bayard, ένας παλληκαράς, κάλεσε σε μονομαχία τον Ερρίκο Σέδγουικ, πράγμα που ισοδυναμούσε με καθαρή δολοφονία, μιας και ο ηλικωμένος δικηγόρος ήταν σχεδόν τυφλός! Ήταν ένα σκάνδαλο «Γουώτεργκέητ» εκείνης της εποχής που απείλησε να ρίξει τον ίδιο τον Πρόεδρο των Η.Π.Α.! Τελικά, ενώ η Γερουσία με απόφασή της έδινε στην Ελλάδα τα πλοία, το δημόσιο λογιστικό των Η.Π.Α. προχωρούσε την ίδια στιγμή σε κατάσχεσή τους για τα έξοδα της δίκης (!) κι έδινε ως ρέστα στους Έλληνες αντιπροσώπους ένα μικρότερο πλοίο! Μια γολέτα με την ονομασία Black Wing, ένα πειρατικό σκαρί της Καραϊβικής που είχε περιέλθει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση πριν δυο χρόνια μετά την παράδοση του τσούρμου της, κι έμενε από τότε παροπλισμένη. Το πλοίο τελικά παραλήφθηκε και ξεκίνησε αμέσως το μακρύ ταξίδι του για την Ελλάδα. Χαράματα, την ίδια στιγμή που ο τίμιος Σέδγουικ έπεφτε βαριά λαβωμένος από τη σφαίρα του φονιά, η γολέτα γλιστρώντας πάνω στα σκοτεινά νερά του Hudson ποταμού, έβγαινε στον ωκεανό. Στη μέση του Ατλαντικού αντιμετώπισε δύο φορές ανταρσία του αμερικάνικου πληρώματος, τρομερές φουρτούνες  κι άλλα εμπόδια, για να φτάσει στον προορισμό της, όταν όλα είχαν πια κριθεί, στο τέλος της Επανάστασης.

Λέανδρος Πολενάκης, Ιστορίες από το Χαμένο Βιβλίο: Ένα μυθιστόρημα για το χρόνο, εκδ. Ένεκεν Λογοτεχνίας, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 87-90.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: