Ιστορίες γραφειοκρατίας: ΟΠΑΔ

Εδώ και λίγες μέρες οι φαρμακοποιοί σταμάτησαν (για μια ακόμα φορά) τη συνεργασία τους με τον ΟΠΑΔ (τον ασφαλιστικό φορέα του Δημοσίου, για τους αμύητους). Μάλλον έκαναν καλά, γιατί το κράτος φαίνεται ότι τους χρωστάει πολλά βερεσέδια. Οι απλοί ασφαλισμένοι λοιπόν, σαν την αφεντιά μου, όταν παίρνουν ένα φάρμακο, πρέπει να το πληρώσουν. Όταν χρειάστηκε να πάρω κι εγώ ένα φάρμακο, η φαρμακοποιός μού είπε να το πληρώσω ολόκληρο και μετά, μαζί με την απόδειξη που μου έδωσε και το συνταγολόγιο, να απευθυνθώ στον ασφαλιστικό μου φορέα για να πάρω όσα δικαιούμαι πίσω.

Μια και έχουμε κρίση και τα 45 ευρώ μού φάνηκαν πολλά, είπα και εγώ να διεκδικήσω το χαρτζηλίκι μου. Ζήτησα άδεια από τον διευθυντή μου με την υπόσχεση ότι σε μισή ώρα –άντε, τρία τέτταρτα– θα είχα γυρίσει πίσω. Αυτός με άφησε, αλλά παρατήρησε ότι δεν επρόκειτο να ξεμπλέξω σε λιγότερες από δύο ώρες.

[Παρατήρηση: Καλά οι «τεμπέληδες» καθηγητές· αυτοί έχουν και κενά στο πρόγραμμά τους. Οι άλλοι όμως δημόσιοι υπάλληλοι, για να ακολουθήσουν αυτή τη διαδικασία, πρέπει υποχρεωτικά να λείψουν από τη δουλειά τους, και χωρίς να φταίνε οι ίδιοι.]

Καβάλησα λοιπόν τη μηχανή μου και πήγα στο αρμόδιο υποκατάστημα. Εκεί δεν είδα κάποια ανακοίνωση για την έκτακτη διαδικασία που με ενδιέφερε. Και όπως είναι φυσικό για την Ελλάδα, δεν υπάρχει κάποιος υπάλληλος για να δίνει πληροφορίες. Έκοψε το μάτι μου ότι οι ελεγκτές γιατροί ήταν λάσκα και είπα να τους ρωτήσω. «Όχι εδώ, μου είπαν, στην διπλανή αίθουσα, στα γκισέ που γράφουν Β, για τα οποία θα πάρετε αριθμό προτεραιότητας». Τους ευχαρίστησα και πήγα εκεί όπου έπρεπε. Πήρα από το μηχάνημα χαρτάκι με αριθμό προτεραιότητας και περίμενα. Κρυφακούγοντας κουβέντες των άλλων ασφαλισμένων, κατάλαβα ότι πριν φτάσω στο γκισέ, θα έπρεπε να έχω ήδη συμπληρωμένη μια αίτηση τριπλότυπη. Αναζήτησα κάποιο χώρο, κάποιο κουτί ίσως, με τέτοιες αιτήσεις, αλλά εις μάτην. «Πρέπει να τη ζητήσεις από τον ίδιον τον υπάλληλο και δίνει μόνο μία στον καθένα.» Κατάλαβα, το μνημόνιο… Φοβούνται ότι ίσως πάρω περισσότερες για να τις κάνω σαΐτες. Πλησίασα δειλά και εισέπραξα την επιτιμητική παρατήρηση ότι έπρεπε να περιμένω να τελειώσει πρώτα με τον ασφαλισμένο που εξυπηρετούσε. «Λογικό», σκέφτηκα, «τι να κάνει κι αυτός ο φουκαράς ο συνάδελφος…»

Αφού πήρα την αίτηση, έριξα να γρήγορη ματιά και είδα ότι ήθελε πλήθος στοιχείων, ανάμεσα στα οποία και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου καθώς και αριθμό τραπεζικού λογαριασμού. Δεν το είχα προβλέψει, είχα κιόλας υποσχεθεί στον διευθυντή μου ότι θα επέστρεφα γρήγορα, και έτσι αποφάσισα να φύγω και να ξανάρθω άλλη μέρα.

Μετά από μία εβδομάδα κατάφερα να ξαναπάω. Στο μεταξύ, είχα διαβάσει στην αίτηση την παρατήρηση ότι αριθμός τραπεζικού λογαριασμού απαιτείται μόνο αν ο ασφαλισμένος βρίσκεται μακριά από το χώρο ευθύνης της υπηρεσίας. Στην αντίθετη περίπτωση (δηλαδή σχεδόν πάντοτε) ο ασφαλισμένος θα έπαιρνε το ποσόν που δικαιούτο από την τράπεζα Πειραιώς υποχρεωτικά. Σκέφτηκα να κάνω ότι δεν το κατάλαβα και να γράψω τον αριθμό του τραπεζικού λογαριασμού, αλλά μετάνιωσα: Δεν χρειάζονται εξυπνάδες με τη γραφειοκρατία, γιατί μπορεί κάποιος να θυμώσει!

Ξανακαβάλησα λοιπόν τη Hornet (σε ώρα εργασίας, εννοείται) και πήγα ξανά στο γνωστό μέρος. Ήμουν χαρούμενος γιατί νόμιζα ότι ήξερα πια τα κατατόπια και θα ελισσόμουν γρήγορα. Πήρα αριθμό προτεραιότητας για το σωστό γκισέ και την άραξα διαβάζοντας την εφημερίδα μου. Κάποια στιγμή όμως το μάτι μου έπεσε σε μια ανακοίνωση, κολλημένη με τον γνωστό τρόπο της ελληνικής γραφειοκρατίας: με σελοτέιπ σε ένα τζάμι. Και η ανακοίνωση έλεγε ότι ήταν υποχρεωτικό να γράψουμε αριθμό τραπεζικού λογαριασμού όλοι· αλλιώς, λεφτά γιοκ! Προσέγγισα πονηρά και υπομονετικά το γκισέ και όταν βρήκα την ευκαιρία ρώτησα την όμορφη υπάλληλο (φοβάμαι ότι σύντομα θα πάψει να είναι όμορφη) τι τρέχει. «Είναι υποχρεωτικό», μου απαντά, «το λέει ο νόμος». «Μα το έντυπο που μου δώσατε γράφει ακριβώς το αντίθετο!» «Ο νόμος άλλαξε», μου απαντά αυστηρά, λες και θα έπρεπε κάθε μέρα να ενημερώνομαι από την εφημερίδα της κυβερνήσεως. Τέλος πάντων, πήρα τηλέφωνο τον διευθυντή μου και τον παρακάλεσα να βάλει κάποιον να δει τον αριθμό του τραπεζικού μου λογαριασμού και να μου τηλεφωνήσει.

Ξανακάθησα και περίμενα. Κάποια στιγμή, ο έτερος υπάλληλος, από το διπλανό γκισέ, φώναξε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ: «Όποιοι είναι για φάρμακα, πρέπει να έχουν πάει στον ημιόροφο, πριν να έρθουν σε εμάς.» [Παρατήρησα ότι σ’ αυτή την υπηρεσία το έχουν συνήθειο να σηκώνεται κάθε τόσο ένας υπάλληλος και να ανακοινώνει κάτι προς το πλήθος εν είδει τελάλη της παλιάς εποχής. Κάποιος ψυχολόγος θα τους το έχει συμβουλέψει, για να θυμίζουν στους υπέργηρους συνταξιούχους τα νιάτα τους.]

Ακολούθησα ένα τσούρμο που κατευθυνόταν στον ημιόροφο, χωρίς κανείς να ξέρει τι πάει να συναντήσει. Εκεί έπρεπε να περιμένουμε όρθιοι σε μια ουρά (στον ημιόροφο δεν είχε φτάσει η τεχνολογία του μηχανήματος με το χαρτάκι της σειράς προτεραιότητας) που στο τέλος της βρισκόταν μια φαρμακοποιός του δημοσίου, η οποία έβαζε μια σφραγίδα στο συνταγολόγιο. Δεν καταλάβαμε τι χρειαζόταν αυτό, αλλά αυτοί θα ξέρουν καλύτερα.

Κατεβαίνοντας κάτω είδα ότι ίσα-ίσα πρόφταινα τη σειρά μου και από το σχολείο δεν μου είχαν στείλει ακόμα το αριθμό του τραπεζικού μου λογαριασμού. Μη έχοντας τίποτε καλύτερο να κάνω, όταν ήρθε η ώρα μου, πλησίασα με το ευγενέστερο χαμόγελό μου (μου έλαχε η όμορφη υπάλληλος· ευτυχώς, γιατί ο άλλος φαινόταν πιο στριμμένος) και ρώτησα τι μέλλει γενέσθαι. [Ήθελα να ρωτήσω και γιατί ήταν υποχρεωτικό να έχει ο κάθε ασφαλισμένος τραπεζικό λογαριασμό, αλλά το άφησα για άλλη φορά. Γι’ αυτή τη δουλειά εξάλλου υπάρχουν τα ιστολόγια, ώστε να μην ενοχλούμε τους αρμόδιους.] «Αφού μπορείτε να μάθετε τον αριθμό», μου είπε, «ελάτε σε λίγο.» «Θα πρέπει να ξαναπάρω σειρά προτεραιότητας ή να ξανάρθω σε σας πηδώντας τους άλλους;» «Να ξαναπάρετε».

Λίγο μετά έμαθα τον περίφημο αριθμό του λογαριασμού μου, και ο καλός θεός μού εμφανίστηκε στο πρώτο μιας ασφαλισμένης που είχε περίσσευμα από αριθμούς προτεραιότητας και τους μοίραζε στους αναξιοπαθούντες ασφαλισμένους. Ευχαρίστησα, πήγα επιτέλους (πάλι στην όμορφη με έβγαλε το νούμερο) κατέθεσα τα δικαιολογητικά μου και βγήκα έξω να καπνίσω ένα τσιγάρο.

Συμπεράσματα και απορίες:

Καλά εγώ, για μια-δυο φορές δεν με πείραξε και τόσο. Σκέφτομαι όμως έναν νέο που συνάντησα στο φαρμακείο και έπρεπε να παίρνει συνεχώς ινσουλίνες. Αυτόν δεν τον σκέφτεται ο ΟΠΑΔ;

Φέρουν ευθύνη για την ταλαιπωρία οι απλοί υπάλληλοι που συνάντησα ή φταίει μόνο το αναθεματισμένο το «σύστημα»; Βεβαίως φέρουν ευθύνη, γιατί θα μπορούσε κάποιος να σπαταλήσει πέντε λεπτά και να γράψει μια ανακοίνωση με τα αναγκαία βήματα που θα έπρεπε να ακολουθήσει ο ασφαλισμένος.

Τι πρέπει να κάνει ο ασφαλισμένος σε τέτοιες περιπτώσεις; α) Να ρωτάει συνεχώς όποιον άμοιρο βρίσκεται δίπλα του. Κάποιος θα βρεθεί που θα είναι εκεί για την ίδια δουλειά και θα έχει σπάσει προηγουμένως τα μούτρα του. β) Να παίρνει από καιρού εις καιρόν και νέο χαρτάκι με σειρά προτεραιότητας, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πού πρόκειται να κολλήσεις. γ) Να έχει τα αυτιά του τεντωμένα (και να μη βγαίνει έξω για τσιγάρο), γιατί όλο και κάποιος τελάλης θα έχει κάτι να ανακοινώσει.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την εκπαίδευση; Ότι αυτοί που οργάνωσαν την ταλαιπωρία των γερόντων και ασθενών ασφαλισμένων και αυτοί που δεν νοιάστηκαν να διευκολύνουν κάπως την κατάσταση υπήρξαν μαθητές μας. Και, όπως φαίνεται, δεν μπορέσαμε να τους μεταδώσουμε ένα στοιχειώδες ήθος.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Γραφειοκρατία. Ετικέτες: . Leave a Comment »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: