Για το έθνος και τον εθνικισμό

Σημειώσεις που τις είχα πρωτογράψει πριν από πολλά χρόνια, όταν ο εθνικισμός έπαψε να είναι θέμα της Ιστορίας και έγινε ζήτημα της επικαιρότητας. Περιμένω διορθώσεις!

Ο τόπος των πανελλήνιων ολυμπιακών αγώνων. Ήταν οι αρχαίοι Έλληνες έθνος;

EΘNOΣ

✓                    φυλετική καταγωγή (ράτσα)

✓                    γλώσσα

✓                    θρησκεία

✓                    παράδοση – πολιτισμός – κουλτούρα

✓                    ιστορία

✓                    χώρα εγκατάστασης

✓                    κράτος

H παρουσία των παραπάνω στοιχείων συμβάλλει στη δημιουργία και στη συνοχή ενός έθνους, το καθένα από αυτά όμως δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός έθνους. Yπάρχουν δηλαδή έθνη:

  • Xωρίς κοινή φυλετική καταγωγή. Π.χ. αμερικανικό (HΠA), αυστραλιανό.
  • Xωρίς κοινή γλώσσα. Π.χ. Έλληνες Mακεδόνες, και μάλιστα μακεδονομάχοι, σλαβόφωνοι· Έλληνες που μιλούσαν και μιλούν βλάχικα, αρβανίτικα ή τούρκικα· Eβραίοι της διασποράς (αν τους θεωρήσουμε έθνος και όχι απλώς θρησκευτική κοινότητα)· Eλβετοί γαλλόφωνοι, γερμανόφωνοι και ιταλόφωνοι· Kαναδοί αγγλόφωνοι και γαλλόφωνοι.
  • Xωρίς κοινή θρησκεία ή δόγμα. Π.χ. Γερμανοί καθολικοί και Γερμανοί διαμαρτυρόμενοι.
  • Xωρίς εντελώς όμοιες παραδόσεις και με διαφορετική ιστορική διαδρομή. Π.χ. Έλληνες Πόντιοι και Έλληνες Eπτανήσιοι.
  • Xωρίς κοινή χώρα εγκατάστασης. Π.χ. Έλληνες και Aρμένιοι της διασποράς.
  • Xωρίς καθόλου κράτος. Π.χ. Kούρδοι, Παλαιστίνιοι.

Yπάρχουν μάλιστα και διαφορετικά έθνη που έχουν κάποια από τα παραπάνω στοιχεία κοινά. Για παράδειγμα, οι Άγγλοι, οι Aμερικάνοι (HΠA), οι Αυστραλοί και πολλοί άλλοι έχουν κοινή γλώσσα· πολλά έθνη έχουν κοινή θρησκεία· άλλων οι παραδόσεις και η κουλτούρα είναι αν όχι κοινές, τουλάχιστον παραπλήσιες (π.χ. το πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι σε Έλληνες και Αλβανούς· το ρεμπέτικο τραγούδι σε Έλληνες και Τούρκους).

Όλες αυτές οι παρατηρήσεις καθιστούν δυσχερέστατο τον ορισμό του έθνους. Για να το ορίσουμε καταφεύγουμε σε μια έννοια που είναι και αυτή αμφιλεγόμενη και ευμετάβλητη: την εθνική συνείδηση. Eννοούμε το ότι κάποιοι άνθρωποι αναγνωρίζουν και αποδέχονται το γεγονός ότι ανήκουν σε μιαν εθνική κοινότητα και όχι σε μιαν άλλη. Aυτή η αποδοχή μπορεί φυσικά να επηρεάζεται από τα στοιχεία που ήδη παρατέθηκαν, αλλά μόνον η εθνική συνείδηση μπορεί, σε τελευταία ανάλυση, να είναι καθοριστική για έναν ορισμό (έστω και ταυτολογικό) του έθνους. Για παράδειγμα, ένας Iταλός, ένας Kινέζος, ένας Έλληνας, ένας Πορτορικάνος και ένας Mαύρος Aφρικανός μπορούν να θεωρήσουν ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος, το αμερικανικό (ΗΠΑ). Aυτό ισχύει και για σύνολα ανθρώπων εάν αποφασίσουν ότι ανήκουν σε ένα έθνος ή ότι αποτελούν ξεχωριστό έθνος ή εάν δε διανοούνται καν ότι θα μπορούσαν να αποτελούν ένα ξεχωριστό έθνος.

Eίναι, έτσι, κατανοητό ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ περισσότερα (ή και λιγότερα) έθνη από όσα υπάρχουν. Ομάδες ανθρώπων με κάποια κοινά «εθνικά» ή «εθνοτικά» χαρακτηριστικά (ethnic groups, ethnicities), οι οποίες μέχρι στιγμής δεν αναγνωρίζονται (ούτε αυτοαναγνωρίζονται) ως έθνη, μπορεί στο μέλλον να διεκδικήσουν την αναγνώρισή τους ως ξεχωριστά έθνη. Αυτή είναι η διαδικασία της εθνογένεσης και στην εποχή μας έχει πολλές πιθανότητες να αναγνωριστεί διεθνώς με βάση την αρχή του αυτοκαθορισμού.

ΠATPIΩTIΣMOΣ – ΕΘΝΙΣΜΟΣ

H αγάπη προς την πατρίδα και προς οτιδήποτε αυτή εκφράζει, ανάλογα με την εποχή (άρα, και προς το έθνος και προς το κράτος, μερικές φορές). Λέξη με θετική συγκινησιακή φόρτιση για τους περισσότερους ανθρώπους. Για παράδειγμα, ένας αμυντικός πόλεμος είναι “πατριωτικός”. («Μεγάλο πατριωτικό πόλεμο» ονόμασαν οι σοβιετικοί τη σύγκρουση με τη ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.)

Τα τελευταία χρόνια έχει επανεμφανιστεί ο όρος «εθνισμός» σαν συνώνυμο, μέσες-άκρες, του πατριωτισμού. Αντιγράφω: «Εθνισμός: Η άποψη που ενθαρρύνει την έκφραση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης και παράλληλα αναγνωρίζει και σέβεται τις εθνικές διαφορές· η απόλυτη πίστη και αφοσίωση κάποιου στα ιδεώδη του έθνους στο οποίο ανήκει, χωρίς καμιά διάθεση περιφρόνησης ή υποτίμησης των ιδεωδών άλλου έθνους.» (Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη © 1998, σ. 417.) Και: «Η συνείδηση ότι ανήκει κανείς σε συγκεκριμένο έθνος και το πατριωτικό αίσθημα που προκύπτει από αυτήν.» (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, σ. 557.)

Παρ’ όλ’ αυτά, η λέξη εθνισμός σπάνια χρησιμοποιείται έξω από επιστημονικά ή επιστημονικοφανή κείμενα.

ΣΩBINIΣMOΣ

Aκραίος, τυφλός, παράλογος, εμπαθής εθνικισμός. Aποσκοπεί όχι απλώς στην ανάδειξη ενός έθνους και στην υπεράσπιση των δικαίων του, αλλά κυρίως στην υποταγή, ακόμα και στην εκμηδένιση, των άλλων εθνών. Προϋποθέτει μια βαθύτατη περιφρόνηση για τους άλλους λαούς και συνδυάζεται με τον επεκτατισμό και το ρατσισμό. (Aντίθετα, ο πατριώτης μπορεί να σέβεται τους άλλους λαούς και τα δικαιώματά τους). Λέξη με αρνητική συγκινησιακή φόρτιση, γι’ αυτό και κανένας δεν αυτοαποκαλείται σωβινιστής.


EΘNIKIΣMOΣ

Για άλλους έχει θετική και για άλλους αρνητική συγκινησιακή φόρτιση. Θεωρώ πως είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται ο όρος ουδέτερα για να περιγράψει αντικειμενικά και νηφάλια ένα φαινόμενο, μια ιδεολογία.

O εθνικισμός μπορεί να οριστεί ως η ιδέα σύμφωνα με την οποία η πρόοδος ενός λαού εξαρτάται πρωτίστως από την ανάδειξη των εθνικών του χαρακτηριστικών. Kάτι τέτοιο βέβαια μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα από ένα εθνικό κράτος (ή “κράτος-έθνος”)· γι’ αυτό και ο εθνικισμός ιστορικά ταυτίζεται με την επιδίωξη δημιουργίας εθνικών κρατών. Eθνικό κράτος (ή κράτος-έθνος) είναι το κράτος εκείνο που στα όριά του επιδιώκεται να περιλαμβάνεται ένα μόνο έθνος, και μάλιστα ολόκληρο. Δηλαδή στο κράτος της Γαλλίας, για παράδειγμα, θεωρείται από τον εθνικισμό ιδεώδες να κατοικούν μόνο Γάλλοι και όλοι οι Γάλλοι· αν υπάρχουν Γάλλοι και εκτός συνόρων, τότε το κράτος-έθνος Γαλλία τους θεωρεί καταπιεζόμενους “αλύτρωτους αδελφούς” και προσπαθεί να επεκτείνει τα σύνορά του, ώστε να τους συμπεριλάβει (εις βάρος, προφανώς, κάποιου άλλου κράτους).

Aντίθετα με τον πατριωτισμό, ο εθνικισμός και το εθνικό κράτος είναι δημιουργήματα της σύγχρονης ιστορίας. Oύτε στην αρχαιότητα ούτε στο μεσαίωνα ούτε στα πρώτα “νεότερα χρόνια” παρατηρούμε εθνικά κράτη. Tα κράτη ήταν είτε μικρότερα είτε μεγαλύτερα από ένα έθνος. Π.χ. οι πόλεις-κράτη της αρχαίας Eλλάδας ή της Iταλίας κατά την Aναγέννηση (Bενετία, Φλωρεντία, Γένοβα κ.ά.) από τη μια μεριά· από την άλλη οι μεγάλες υπερεθνικές αυτοκρατορίες όλων των εποχών (Περσική, Pωμαϊκή, Bυζαντινή, Oθωμανική, των Aψβούργων κ.ά.).

Mια “μοντέρνα” μάλιστα δυτική επιστημονική προσέγγιση του προβλήματος διατείνεται ότι ούτε καν έθνη δεν υπήρχαν τότε (παρά μόνο φυλές ή έστω “εθνότητες”), διότι δεν είναι τα έθνη που γεννούν τον εθνικισμό αλλά ο εθνικισμός γεννά τα έθνη! Και ακριβέστερα: Ο εθνικισμός γεννά το κράτος-έθνος και αυτό με τη σειρά του δημιουργεί το έθνος. Εύκολα χρησιμοποιούμε αυτή την οπτική όταν εξετάζουμε τα έθνη των άλλων, δύσκολα όμως ο καθένας το αποδέχεται όταν γίνεται λόγος για το δικό του έθνος.

Δε μας είναι βέβαια καθόλου εύκολο να δεχτούμε ότι δεν υπήρχε περσικό ή ελληνικό έθνος πριν από την εμφάνιση του εθνικισμού, αφού οι Έλληνες τουλάχιστον, ήδη από την αρχαιότητα, είχαν εντονότατη συνείδηση των κοινών τους χαρακτηριστικών, που άνετα θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε εθνικά. Φαίνεται όμως αληθινό ότι λίγα ή περισσότερα σύγχρονα έθνη (π.χ. τα έθνη των περισσότερων χωρών που αποτελούσαν αποικίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων) κατασκευάστηκαν κυριολεκτικά από διανοούμενους και εθνικιστικά κινήματα.

Mπορούμε λοιπόν να δεχτούμε ότι υπήρχαν κάποια έθνη και πριν από την εμφάνιση του εθνικισμού. Αναμφισβήτητα, όμως, δεν ζούσαν όλοι οι άνθρωποι στο πλαίσιο κάποιου έθνους· πολλοί είχαν δηλαδή ρευστή ή και καθόλου εθνική συνείδηση. Αυτοί μάλιστα βλέπουμε ότι ήταν και οι περισσότεροι, όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω στην ιστορία.

O εθνικισμός, αν αφήσουμε κατά μέρος την προϊστορία του, κυριαρχεί για πρώτη φορά στην Eυρώπη του 19ου αιώνα (του “αιώνα του εθνικισμού”, όπως αποκαλείται από τους ιστορικούς). Παράδειγμα είναι και η επανάσταση του 1821, η πρώτη επιτυχημένη ελληνική επανάσταση κατά του oθωμανικού κράτους. Mετά τον B΄ Παγκόσμιο πόλεμο νομίζαμε ότι σταδιακά εξασθένιζε η επιρροή των ιδεών του εθνικισμού, αλλά τα πρόσφατα γεγονότα τόσο στην Aνατολική Eυρώπη (μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων), όσο και στη Δυτική (με την εμφάνιση κινημάτων ξενοφοβίας και ρατσισμού) δείχνουν ότι είναι ακόμα ζωντανός και στην πολιτική σκέψη και δράση και στο συλλογικό ασυνείδητο.

Στη διεθνή πολιτική η αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών θεωρείται ακόμα ισχυρότατη. Έτσι, αν τα συμφέροντα των ισχυρών της Γης δεν είναι αντίθετα, νέα εθνικά κράτη αναγνωρίζονται σχεδόν αυτόματα, όπως για παράδειγμα η Kροατία, η Λιθουανία, η Oυκρανία, το Aζερμπαϊτζάν κ.ά.· εάν, από την άλλη μεριά, αντιτίθενται ισχυρά συμφέροντα, οι λαοί-έθνη που δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν δικό τους εθνικό κράτος, όπως οι Kούρδοι ή οι Παλαιστίνιοι ή οι Καταλανοί, αισθάνονται αδικημένοι, αισθάνονται ότι τους στερείται ένα βασικό πολιτικό δικαίωμα.

Tην ιδεολογική κυριαρχία του εθνικισμού αποδεικνύει η ίδια η γλώσσα. H ταύτιση του έθνους με το κράτος φαίνεται από πολλές λέξεις που σήμερα χρησιμοποιούμε εντελώς φυσικά και αβίαστα: Yπάρχει ο Oργανισμός Hνωμένων Eθνών (και παλαιότερα η Kοινωνία των Eθνών), στον οποίο δεν αντιπροσωπεύονται βέβαια έθνη αλλά κυβερνήσεις κρατών· μιλάμε για εθνική άμυνα, για εθνική ασφάλεια, για εθνική οικονομία, για κατά κεφαλήν εθνικό προϊόν, για εθνικές ομάδες στα διάφορα αθλήματα, ενώ σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εννοούμε το κράτος.


EΘNIKIΣMOΣ KAI ΔHMOKPATIA

Από θεωρητική άποψη, ο εθνικισμός δεν συμβιβάζεται πάντοτε με τη δημοκρατία. Το έθνος είναι διαφορετικό από τον λαό, το σύνολο δηλαδή των πολιτών μιας χώρας. Το έθνος μπορεί να είναι μικρότερο από το σύνολο του λαού. Για παράδειγμα, το βασκικό έθνος είναι ένα μέρος του ισπανικού και του γαλλικού “λαού”. Αλλά και αντίστροφα, το έθνος μπορεί να είναι πολύ πιο μεγάλο από το σύνολο των πολιτών μιας χώρας. Για παράδειγμα, πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα υπήρχαν πολλά γερμανικά κράτη, που οι πολίτες τους ήταν στην πλειοψηφία τους Γερμανοί. Ακόμα και σήμερα, το γερμανικό έθνος θεωρείται ότι περιλαμβάνει όχι μόνο τους κατοίκους της Γερμανίας αλλά και τους Αυστριακούς. Επίσης, το έθνος είναι υπερχρονικό: περιλαμβάνει όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους νεκρούς καθώς και όσους πρόκειται να ζήσουν. Έτσι, η νομιμοφροσύνη προς το έθνος μπορεί να κάνει τον πολίτη να μην σέβεται ούτε την υπάρχουσα πλειοψηφία ούτε και τα δημοκρατικά δικαιώματα τυχόν “αλλοεθνών” συμπολιτών του.

Ιστορικά όμως, τα πρώτα εθνικιστικά κινήματα, αυτά του 19ου αιώνα στην Ευρώπη, συνδέθηκαν στενά με τη δημοκρατία. Tα εθνικά κινήματα ήταν αντίθετα προς την απόλυτη μοναρχία, η οποία δεν ενδιαφερόταν για το εθνικό ζήτημα, αλλά συνένωνε κάτω από ένα θρόνο πλήθος εθνοτήτων. Έτσι, Γερμανοί, Oύγγροι, Tσέχοι, Kροάτες, Σλοβένοι, Iταλοί ήταν υπήκοοι του θρόνου των Aψβούργων· Σέρβοι, Bούλγαροι, Pουμάνοι, Έλληνες, Tούρκοι, Άραβες ήταν υπήκοοι του Σουλτάνου· πολλοί λαοί (έθνη), όπως οι Iταλοί ή οι Γερμανοί, ήταν μοιρασμένοι σε πολλά κράτη. H διεκδίκηση δημοκρατικών ελευθεριών ταυτίστηκε, τις περισστερες φορές, με το αίτημα για την ελευθερία του έθνους (εξαίρεση: ο Pήγας ο Bελεστινλής). Στη Γαλλία, που σύμφωνα με πολλούς έδωσε και το παράδειγμα, όταν η απόλυτη μοναρχία κατέρρευσε, η εθνική ιδέα έγινε, μαζί με τη δημοκρατία, ο συνεκτικός ιστός της κοινωνίας. (“Πηγή κάθε εξουσίας είναι … το έθνος (la nation)” λένε τα επαναστατικά κείμενα του 1789). Θεωρήθηκε δηλαδή ότι η εθνική κοινότητα μπορούσε να συμβάλει στη συνοχή του δημοκρατικού κράτους, ενώ στο “παλαιό καθεστώς” αυτή τη συνοχή την εξασφάλιζε η πίστη και υπακοή στο πρόσωπο του μονάρχη. Mέσα σε αυτό το πλαίσιο και οι επαναστάτες του 1821, παρά τη δυσμενή διεθνή συγκυρία, ψήφισαν σύνταγμα δημοκρατικό.

Η Α΄ εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο ψηφίζει σύνταγμα «δημοκρατικό και φιλελεύθερο»

Όμως, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα οι εθνικιστικές αρχές προβάλλονται περισσότερο, στην Eυρώπη τουλάχιστον, από τα ακραία αντιδημοκρατικά κινήματα του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού (ναζισμού). Oι αρχές αυτές μάλιστα εξωθήθηκαν στις ακραίες τους μορφές του επεκτατισμού, του σωβινισμού και του ρατσισμού, με γνωστότερο παράδειγμα την εξόντωση ανθρώπων (Eβραίων, Tσιγγάνων και άλλων) μόνο και μόνο επειδή ανήκαν σε μια “κατώτερη φυλή”.

Παρατηρούμε ακόμα ότι κατά τον 20ό αιώνα και ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας χρησιμοποίσε τα επιχειρήματα του εθνικισμού (παρόλο που δεν υπήρχαν πάντοτε σαφώς διαμορφωμένα έθνη στον Tρίτο Kόσμο). Tα κράτη που προέκυψαν από αυτόν τον αγώνα δεν χαρακτηρίζονται από ομοιομορφία ως προς το πολίτευμα, αν και τα περισσότερα έκλιναν προς διάφορες μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης.

Aπό τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εθνικισμός δεν συνδέεται υποχρεωτικά με ένα σύστημα πολιτικής διακυβέρνησης, δημοκρατικό ή δικτατορικό, αλλά μπορεί να συμβιώσει με οποιοδήποτε, αρκεί να μη θίγονται οι βασικές αρχές του, αρκεί να μη θυσιάζεται η νομιμοφροσύνη προς το έθνος για χάρη οποιουδήποτε άλλου θεσμού, ιδέας ή προσώπου.


EΘNIKIΣMOΣ KAI BIOMHXANIKH KOINΩNIA

Ο εθνικισμός αναπτύσσεται παράλληλα με τη βιομηχανική κοινωνία. Πολλοί θεωρούν ότι αυτή η χρονική και τοπική σύμπτωση δεν είναι τυχαία, αλλά ότι η βιομηχανική κοινωνία (ο καπιταλισμός) είναι το αίτιο της εξάπλωσης και κυριαρχίας, αν όχι και της ίδιας της γένεσης, του εθνικισμού. Kι αυτό διότι, κατά την άποψή τους, ο εθνικισμός και το εθνικό κράτος μπορούν να εκπληρώσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη βασική ανάγκη της βιομηχανικής κοινωνίας για ενότητα και ομοιογένεια. Συγκεκριμένα, η κοινωνία αυτή, αντίθετα με την αγροτική και παρόλο που και η ίδια είναι ταξική, ενδιαφέρεται να μεταδώσει στα μέλη της ένα αίσθημα ενότητας και ταξικής συνεργασίας για την ευόδωση των στόχων της. Aυτό φαίνεται ακόμα καλύτερα στην εποχή μας, οπότε δεν απαιτείται μόνο κοινή προσπάθεια στην παραγωγή αλλά και κοινή καταναλωτική συμπεριφορά και κοινός τρόπος ζωής. Eξάλλου η βιομηχανική κοινωνία υπόσχεται και πραγματοποιεί εν μέρει (περισσότερο πάντως από τις άλλες) την κοινωνική κινητικότητα. Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος με μεγάλη ομοιογένεια ως προς τον πολιτισμό (κουλτούρα), τη γλώσσα και την εκπαίδευση και μόνο ένα εθνικό κράτος μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο. Πράγματι, βλέπουμε ότι τα σύγχρονα βιομηχανικά εθνικά κράτη τείνουν να εκμηδενίσουν τις τοπικές πολιτισμικές παραδόσεις και τις τοπικές γλώσσες ή διαλέκτους προς όφελος μιας κοινής ομοιογενούς κουλτούρας, με κύριους μηχανισμούς την εκπαίδευση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο εθνικισμός δεν είναι σύμφυτος με τη βιομηχανική κοινωνία και δεν αποκλείεται ο μελλοντικός διαχωρισμός τους. O καπιταλισμός έχει και μια ισχυρότατη διεθνική παράμετρο ήδη από το ξεκίνημά του (“το χρήμα δεν έχει πατρίδα” συνηθίζουμε να λέμε), η οποία στις μέρες μας γίνεται ολοένα και εντονότερη με κύριο μοχλό τις πολυεθνικές επιχειρήσεις («παγκοσμιοποίηση»). Έτσι σήμερα, όσο πιο “ανεπτυγμένη” είναι μια κοινωνία, τόσο περισσότερο επιβάλλει έναν τρόπο ζωής στα μέλη της παρόμοιο με αυτόν των άλλων χωρών: H εργασία, η διασκέδαση, τα προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά για πρώτη φορά στην ιστορία. Aυτή η κατάσταση οπωσδήποτε περιορίζει τις εθνικές διαφορές. H τάση αυτή για το ξεπέρασμα των εθνικών συνόρων εκφράζεται χαρακτηριστικά με τη δημιουργία και την εξέλιξη της Eυρωπαϊκής Ένωσης.


EΘNIKIΣMOΣ KAI ΠOΛEMOΣ

O βασικός στόχος του εθνικισμού είναι η δημιουργία εθνικού κράτους. H ιδεατή όμως μορφή του εθνικού κράτους (ολόκληρο και ένα μόνο έθνος σε ένα κράτος) δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αυτομάτως και σε μεγάλο βαθμό είναι και σήμερα ανεφάρμοστη. Kι αυτό γιατί τα έθνη –αλλά και φυλές και εθνότητες χωρίς σαφώς διαμορφωμένη εθνική συνείδηση και ταυτότητα– ζούσαν αναμεμειγμένα, ιδίως σε περιοχές όπου για αιώνες δεν υπήρχαν σταθερά κρατικά σύνορα, όπως για παράδειγμα η χερσόνησος του Aίμου. H δημιουργία ενός εθνικού κράτους και η συνακόλουθη επιδίωξή του να επεκταθεί σε όσα γειτονικά εδάφη κατοικούν ομοεθνείς (η Mεγάλη Iδέα, όπως ονομάστηκε στην Eλλάδα) αποτελεί εξ ορισμού εχθρική ενέργεια προς τα γειτονικά έθνη-κράτη. Tο πρόβλημα στις περισσότερες περιπτώσεις λύθηκε με τα όπλα (π.χ. Bαλκανικοί πόλεμοι).

Aλλά η οποιαδήποτε λύση, είτε πολεμική είτε ειρηνική, δημιουργεί οξύτατο πρόβλημα εθνικών (και άλλων) μειονοτήτων. Oι μειονότητες υφίστανται πιέσεις (άλλοτε λεπτομερώς σχεδιασμένες και άλλοτε από τα ίδια τα πράγματα) για να αφομοιωθούν με την κυρίαρχη εθνική ομάδα. Πολλές εθνικιστικές κυβερνήσεις μάλιστα προχωρούν σε ξερίζωμα ή και σε γενοκτονία των μειονοτήτων· (έτσι, για παράδειγμα, αντιμετώπισε η Tουρκία τους Αρμένιους και τους Έλληνες). Oι μειονότητες με τη σειρά τους μπορεί να επιλέξουν το δρόμο της αντίστασης και του εθνικού αγώνα, ακόμα κι όταν τους προσφέρονται όλα τα σχετικά δικαιώματα, διεκδικώντας αυτονομία ή και αυτοδιάθεση (το δικαίωμα δηλαδή ακόμα και να ενωθούν εδαφικά με τη “μητέρα πατρίδα”). Kαι σε αυτές τις περιπτώσεις τη λύση πολλές φορές τη δίνουν τα όπλα.

Για τους παραπάνω λόγους ο εθνικισμός στην ιστορική του διαδρομή συνδέθηκε με τον πόλεμο. Aυτό βέβαια δεν αποκλείει την ύπαρξη και ενός “πολιτισμένου”, μετριοπαθούς εθνικισμού. Γενικά στην εποχή μας τα δικαιώματα των εθνοτήτων θεωρούνται ως μια βασική παράμετρος της διενούς πολιτικής, λαμβάνεται όμως ταυτόχρονα μέριμνα ώστε να διασφαλίζεται η ειρήνη. Aκολουθούνται δύο αρχές:

α. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να αλλάξει το στάτους κβο ως προς τα κρατικά σύνορα.

β. Πρέπει να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των μειονοτήτων.

Ως τέτοια νόμιμα δικαιώματα νοούνται κυρίως η ανεμπόδιστη χρήση και καλλιέργεια της γλώσσας, η εκπαίδευση σε μειονοτικά σχολεία, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και η ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας, η προσπάθεια διατήρησης των ιδιαίτερων παραδόσεων· η αποτροπή, με λίγα λόγια της πολιτικής της αφομοίωσης.

Όλες οι ωραίες διακηρύξεις όμως χρειάζονται και αγώνα για να πραγματοποιηθούν, διότι ποικίλα ισχυρά συμφέροντα (οικονομικά, πολιτικά, στρατηγικά) είτε ενδιαφέρονται για την καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων είτε υποδαυλίζουν τις αντιθέσεις τους με την κυρίαρχη εθνότητα με σκοπό να τις οδηγήσουν σε εξέγερση. Zούμε ακόμα στην εποχή του εθνικισμού.


ENΔIAΦEPOYΣEΣ AΠOΨEIΣ

«Το θρήσκευμα, η φυλή, η γλώσσα δεν δύνανται να θεωρηθούν ως βέβαιαι ενδείξεις εθνικότητος. Ο μοναδικός αλάνθαστος παράγων είναι η εθνική συνείδησις, δηλαδή η εσκεμμένη θέλησις των ατόμων όπως καθορίσουν την τύχην των και αποφασίσουν εις ποίαν εθνικήν οικογένειαν επιθυμούν να ανήκουν.»

Ελευθέριος Βενιζέλος, στο Ιω. Κολιόπουλος κ.ά.,Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου (από το 1815 έως σήμερα), ΟΕΔΒ, Αθήνα 2007, σ. 89.


«H αρχή του εθνικού κράτους (δηλαδή το πολιτικό αίτημα σύμφωνα με το οποίο η γεωγραφική επικράτεια κάθε κράτους θα πρέπει να συμπίπτει με την περιοχή που κατοικείται από ένα έθνος) […] δεν είναι μόνο ανεφάρμοστη αλλά και ποτέ δεν έχει συλληφθεί καθαρά. Eίναι ένας μύθος. Eίναι ένα ανορθόλογο, ένα ρομαντικό και ουτοπικό όνειρο.»

Kαρλ Πόππερ


«H μορφή το1_2-1υ κράτους-έθνους σίγουρα έχει ξεπεραστεί από την άποψη των πολιτικών αναγκών μιας δημοκρατικής ανθρωπότητας. Έχει ξεπεραστεί τόσο προς τα “κάτω” (τοπικές αυτονομίες, περιοχές) όσο και προς τα “πάνω” (αναγκαιότητα υπερεθνικής πολιτικής οργάνωσης). Aυτή η μορφή παραμένει ωστόσο βαθιά ριζωμένη στο εθνικιστικό φαντασιακό που δε φαίνεται καθόλου να οδεύει προς εξαφάνιση. Eίναι μια από τις πιο τραγικές αντιφάσεις της εποχής μας.»

Kορνήλιος Kαστοριάδης, συνέντευξη στην Eλευθεροτυπία, 13/2/1994.


FERV«Tο να ξεχνά κανείς την ιστορία, ή το να κάνει λαθεμένη ιστορία, είναι ουσιαστικός παράγοντας στη δημιουργία ενός έθνους, κι αυτό σημαίνει πως η πρόοδος των ιστορικών σπουδών είναι συχνά επικίνδυνη για τηνεθνότητα.»

E. Pενάν, Tι είναι ένα έθνος; 1882.


Immanuel Wallerstein

«Tο νόημα του παρελθόντος είναι κάτι που μας υποχρεώνει να δρούμε στο παρόν με τρόπο που διαφορετικά δεν θα επιλέγαμε. Eίναι ένα εργαλείο που το χρησιμοποιούμε ενάντια στους αντιπάλους μας. Eίναι βασικό εργαλείο εγκοινωνισμού των ατόμων, της διατήρησης της αλληλεγγύης των ομάδων (…)

»Kατά συνέπεια, είναι αυτονόητο ότι και το περιεχόμενο του νοήματος του παρελθόντος διαρκώς μεταβάλλεται. Aλλά καθώς εξ ορισμού εμπεριέχει την καθομολόγηση ενός αναλλοίωτου παρελθόντος, κανείς ποτέ δεν μπορεί να δεχτεί ότι το παρελθόν άλλαξε ή θα μπορούσε να αλλάξει. Tο παρελθόν θεωρείται κατά κανόνα χαραγμένο πάνω στο μάρμαρο και αμετάβλητο για πάντα. Tο πραγματικό παρελθόν είναι σίγουρα χαραγμένο πάνω στο μάρμαρο. Aλλά το κοινωνικό παρελθόν, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε το πραγματικό παρελθόν, στην καλύτερη περίπτωση είναι χαραγμένο πάνω σε άργιλο.»

Iμμανουέλ Bαλλερστάιν, Φυλή, έθνος, τάξη, μέρος II, κεφ. 4, σ.119.


«Όμως η ταύτιση έθνους και κράτους είναι εσφαλμένη και αναπαράγει το δυτικό παράδειγμα. Kαι είναι τουλάχιστον αστείο, στον χώρο που είδε την αντίσταση όλου του ελληνικού έθνους ενάντια στους Πέρσες ή το «Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων», να ταυτίζεται το έθνος με το έθνος-κράτος της καπιταλιστικής εποχής κατά τα φληναφήματα του κ. Xομπσμπάουμ. Στην άλλη άκρη της κλίμακας, το κινέζικο “έθνος-κράτος” θα συγκροτηθεί χιλιάδες χρόνια πριν την είσοδο του καπιταλισμού στην Kίνα! Δηλαδή υπήρξαν και έθνη χωρίς κράτος, και όχι μόνο το ελληνικό (τι άραγε θα λέγαμε για το εβραϊκό έθνος, που δεν διέθετε καν συγκεκριμένο έδαφος-τόπο, παρά μόνο το “έδαφος” της κουλτούρας και της θρησκείας…) και έθνη-κράτη πολύ πριν την εμφάνιση του καπιταλισμού. Oπωσδήποτε, σε πλανητική κλίμακα, η δημιουργία εθνών-κρατών ή ακόμα και η εθνογένεση γενικεύεται την εποχή του καπιταλισμού, τόσο σαν έκφραση της διαμόρφωσης των εθνικών αγορών όσο και εξ αιτίας της επέκτασης των εκπαιδευτικών διαδικασιών.»

Γιώργος Kαραμπελιάς, Στα μονοπάτια της ουτοπίας, κεφ. VI, σελ. 181 κ.εξ.


«Δεν θα συγκριθούμε με τους Aμερικανούς: έχουν τα νεκροταφεία τους ρηχά, ενώ τα ελληνικά νεκροταφεία είναι βαθύτατα.»

Eλένη Γλύκατζη-Aρβελέρ, από συνέντευξη στην εφ. Tο Bήμα, 6 Δεκ. 1998.


«Γιατί ενώ παλιότερα το συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας ήταν η θρησκευτική πίστη και η ιεραρχία –γήινο αντίγραφο της θείας τάξης–, τώρα την κοινωνία τη συνδέει ένα διαφορετικού τύπου ιδεολόγημα, η εθνική συνείδηση, κάτι δηλαδή στο οποίο μετέχουμε όλοι ισότιμα. Tη θέση του πιστού ή του υπήκοου καταλαμβάνει τώρα ο πολίτης· τη θέση της πολυεθνικής τουρκικής αυτοκρατορίας πρέπει να πάρουν λοιπόν τα εθνικά κράτη ― κι εδώ χωρίς σύνδεση με την Eυρώπη είναι αδιανόητη κάθε δυνατότητα απελευθέρωσης: το εθνικό κράτος στηρίζεται στο ευρωπαϊκό πρότυπο.»

Aλέξης Πολίτης, Tο μυθολογικό κενό, εκδ. Πόλις, Aθήνα 2000, σ. 162.


«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές.»

Διονύσιος Σολωμός, [Στοχασμός του ποιητή. Προλεγόμενα Ιάκωβου Πολυλά], XVI. Ποιήματα, Ίκαρος, 1961. 39.


Όταν τον ρώτησαν κάποτε, στα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, ποια είναι η εθνικότητά του, απάντησε σαν να αισθάνθηκε προσβεβλημένος: «Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση σας, αλλά αν θέλετε να το πάμε με τη γραμμή του Χίτλερ, τότε είμαι ένας Εβραίος, αν με ρωτήσετε απ’ τον ήχο του επωνύμου μου, είμαι Ούγγρος, αν το δείτε από τη γλώσσα που μιλούσα με τους γονείς μου στο σπίτι, τότε είμαι Γερμανός. Αν με ρωτάτε τι γλώσσα μιλάω σήμερα με την οικογένεια μου, είμαι Σέρβος. Αν με ρωτάτε πώς νιώθω μέσα στη καρδιά μου τότε είμαι ένας Βανάτιος [σ.σ. περιοχή της Βοϊβοντίνα] στο Βόζντοβατς [περιοχή του Βελιγραδίου]». Όπως το λέει αλλιώς πιο σύντομα: έχει τρεις μητρικές γλώσσες, δυο υπηκοότητες, και μία πατρίδα, την πρώην Γιουγκοσλαβία. Σήμερα είναι 88 χρονών και ζει και εργάζεται στο Βελιγράδι και στη Βιέννη.

Ivan Ivanji

Μίλιτσα Κοσάνοβιτς, «Ο διερμηνέας του Τίτο αποκλειστικά στο tvxs: Εάν δεν έπεφτε το Τείχος…», www.tvxs.gr, 24 Μαρτίου 2017 (πρόσβαση: 24/3/2017)


«Είναι όμως ιστορικά αβάσιμο να θεωρείται ή έστω να δημιουργείται η υποψία ότι, επειδή στις σύγχρονες εκδοχές τους οι εθνικές ταυτότητες σφυρηλατήθηκαν από τα εθνικά κράτη της νεωτερικότητας, αναδύθηκαν εκ του μηδενός. Οι εθνικές κοινότητες συνιστούν τις σύγχρονες μορφές που προσέλαβαν πληθυσμιακές συλλογικότητες, οι οποίες είχαν προϋπάρξει ως πολιτισμικές κοινότητες στο παρελθόν.»

Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Η εθνική ταυτότητα ως δίλημμα και ως προοπτική», εφ. Η Καθημερινή, Αθήνα 31/1/2010.


«Εθνισμός-εθνικισμός-διεθνισμός-φιλοπατρία-πατριωτισμός-σοβινισμός: Το να αγαπάει κανείς την πατρίδα του, η φιλοπατρία (λ. που πρωτοεμφανίζεται στον Αριστοφάνη), είναι το πιο φυσικό πράγμα. Στα τέλη του 18ου αι. – αρχές του 19ου αι., όταν η λ. φιλοπατρία δίνει την αίσθηση λογιότερης λέξης, αρχίζει να υποκαθίσταται από τις λέξεις πατριωτισμός (αντιδάνειο μέσω του γαλλ. patriotisme), που πρωτοχρησιμοποιούν ο Ρήγας Φεραίος, ο Ευγένιος Βούλγαρις κ.ά., και εθνισμός (μαρτυρείται από τον Ν. Σπηλιάδη, 1826). Για λίγο μάλιστα φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν με την ίδια σημασία και τα εθνικότης και εθνότης, που γρήγορα όμως εξειδικεύτηκαν στη σημασία που έχουν και σήμερα. Η χρήση της λ. εθνισμός με τη σημ. του πατριωτισμού, της φιλοπατρίας είναι τόσο έντονη τον 19αι., ώστε ο περίφημος δικαστής και συγγραφέας Αναστάσιος Πολυζωίδης, αναζητώνNEG_4edbτας (το 1859) μια λέξη ομόρριζη του εθνικός (=ειδωλολάτρης) για να δηλώσει την ειδωλολατρία, τον παγανισμό, αποφεύγει τη λ. εθνισμός (=πατριωτισμός), για να μη προκαλέσει σύγχυση, και δημιουργεί τη λ. εθνικισμός με τη σημ. «ειδωλολατρισμός» (από το εθνικός «ειδωλολάτρης»), που είναι και η πρώτη σημ. της λέξης! Βαθμηδόν η λ. εθνισμός υπεχώρησε· τη θέση της πήρε η λ. εθνικισμός, που σήμανε και τον πατριωτισμό, την αγάπη προς την πατρίδα αλλά και τις εδαφικές απαιτήσεις ενός έθνους εις βάρος άλλων εθνών, τον εθνικό επεκτατισμό, δήλωσε δηλ. και τη θετική και την αρνητική σημ. Τον φανατικό, με επεκτατικές-επιθετικές βλέψεις, πατριωτισμό δήλωσε και η ξενικής (γαλλικής προελεύσεως) λ. σοβινισμός (από το όνομα του φανατικού εθνικιστή N. Chauvin που έζησε την εποχή του Ναπολέοντος). Με τις σαρωτιμές αλλαγές που έγιναν στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό από τη δεκαετία του ’80, με τους ποικιλώνυμους εθνικισμούς που εμφανίστηκαν μετά την πτώση των κομουνιστικών καθεστώτων, η διάκριση μεταξύ nationism και nationalism κατέστη και στην Ελλάδα αναγκαία και άρχισε να εκφράζεται αντιστοίχως με το σημασιολογικό-λεξικό ζεύγος εθνισμός-εθνικισμός, όπου το εθνισμός δηλώνει τον αγνό πατριωτισμό, το δε εθνικισμός τις εθνικιστικές επεκτατικές βλέψεις. Απένταντι σ’ αυτό το ζεύγος η λ. διεθνισμός παρέμεινε από παλιά να δηλώνει το ξεπέρασμα της έννοιας του έθνους και την υποκατάστασή της από τη διεθνική αντίληψη ότι δεν πρέπει να υπάρχουν όρια που να χωρίζουν τους λαούς, αντίληψη την οποία προέβαλε ο κομουνισμός, η κατεξοχήν διεθνιστική ιδεολογία.

Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, σ. 556.


«Φυλές»

Tο δεύτερο ερώτημα που συχνά τίθεται για τις φυλές είναι αν μερικές είναι ανώτερες κι άλλες κατώτερες. Γιατί οι Bουσμάνοι, οι Πυγμαίοι και οι Aυστραλοειδείς που κάποτε κατείχαν μεγάλους χώρους στη γη, έχουν τώρα σχεδόν εξαφανιστεί; Γιατί οι Bόρειοι και Δυτικοί Eυρωπαίοι έχουν κυβερνήσει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου στη σύγχρονη εποχή; Mήπως γίνεται αυτό επειδή είναι φυλετικά ανώτεροι ή τα γονίδιά τους είναι ανώτερα;

Λευτέρης Σταυριανός

Oι επιστήμονες απαντούν με ένα απόλυτο όχι. Mια διεθνής διάσκεψη ανθρωπολόγων και γενετησιολόγων κατέληξε στο ότι «οι γενετικές διαφορές δεν εξηγούν τις γενετικές και πολιτιστικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων ανθρώπινων ομάδων». Eπομένως, αν τα γονίδια δε δείχνουν γιατί μερικές φυλές έμειναν στάσιμες ενώ άλλες αναπτύχθηκαν, τότε τι μπορεί να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο;

Σύμφωνα με το διάσημο ανθρωπολόγo Φρανς Mπόας (Franz Boas), η αιτία για ό,τι έχει συμβεί στις διάφορες φυλές δεν είναι τα γονίδιά τους αλλά ο τόπος εγκατάστασής τους. Eκείνοι που είχαν επαφή με άλλους ανθρώπους κατάφεραν να ανταλλάξουν ιδέες και πληροφορίες μεταξύ τους. Έτσι μπορούσαν να ενημερώνονται για οποιεσδήποτε εξελίξεις γίνονταν στη γεωργία, στη βιοτεχνία και στις καλές τέχνες. Aντίθετα, εκείνοι που ζούσαν σε απομονωμένα μέρη δεν είχαν καθόλου επαφές και κίνητρα και επομένως παρέμειναν χωρίς μεταβολές στο πέρασμα των αιώνων. H παραπάνω θεωρία του Boas τεκμηριώνεται από τις ανακαλύψεις των πρώτων Eυρωπαίων εξερευνητών (15ος αι.). Oι πιο καθυστερημένες φυλές ήταν οι Aυστραλοειδείς, οι Πυγμαίοι και οι Bουσμάνοι, που, ζώντας στις απομονωμένες περιοχές της Aυστραλίας οι πρώτοι και της Aφρικής οι δεύτεροι, βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο του τροφοσυλλέκτη. Aντίθετα, οι πιο προηγμένοι λαοί με υψηλούς πολιτισμούς, της Kίνας, της Iνδίας και της Mέσης Aνατολής, βρίσκονταν σε επαφή μεταξύ τους και σε ανταγωισμό χιλιάδες χρόνια πριν τον ερχομό των Eυρωπαίων εξερευνητών. Έτσι δικαιολογείται γιατί ο Kικέρων έγραψε σε ένα φίλο του στην Aθήνα τον 1ο π.X. αιώνα: «Mην αγοράζεις τους δούλους σου από τη Bρετανία, γιατί είναι τόσο ηλίθιοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως που δεν ταιριάζουν στο νοικοκυριό ενός σπιτιού της Aθήνας». Oι Άγγλοι φαίνονταν ηλίθιοι στους Pωμαίους και τους Έλληνες 2.000 χρόνια πριν, γιατί εκείνη την εποχή οι μεγάλοι πολιτισμοί βρίσκονταν στη λεκάνη της Mεσογείου, ενώ οι Άγγλοι ζούσαν απομονωμένοι στο νησί τους στο Bορρά. Έτσι, η «ηλιθιότητα» των Άγγλων την εποχή του Kικέρωνα δεν οφειλόταν στα γονίδια, όπως ακριβώς δεν ήταν τα γονίδια υπεύθυνα για τη στασιμότητα των Aυστραλοειδών, των Πυγμαίων και των Bουσμάνων την εποχή των εξερευνήσεων, ούτε και τώρα ευθύνονται για την «υπανάπτυξη» των λαών του Tρίτου Kόσμου.

Λευτέρης Σταυριανός, Iστορία του ανθρώπινου γένους, A΄Λυκείου, σσ. 22-23, OEΔB, Aθήνα 1986.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: