Προεστοί, δημοκρατία, αγροτική μικροϊδιοκτησία κ.ά. ιστορικά

Το παρακάτω κείμενο το έφτιαξα με αφορμή απορίες μαθητών. Το αναρτώ εδώ για να μου πουν οι φίλοι αν έχω γράψει καμμιά κοτσάνα!

Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, πάγια πολιτική των κυβερνήσεων είναι η ενίσχυση της μικρής ιδιοκτησίας στον αγροτικό χώρο.

Αυτό φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις:

α) Στη διανομή των “εθνικών γαιών”. Πρόκειται για τις αγροτικές εκτάσεις που άφησαν πίσω τους οι Οθωμανοί μετά την επανάσταση του 1821. Αυτές πέρασαν στην ιδιοκτησία του κράτους (γι’ αυτό και ο όρος “εθνικές”). Οι γύρω αγρότες άρχισαν να τις καλλιεργούν αλλά και να διεκδικούν τη διανομή τους σ’ αυτούς. Η διανομή των εθνικών γαιών πράγματι έγινε: μοιράστηκαν μικρά κομμάτια σε μικροαγρότες.

β) Στην αποκατάσταση των προσφύγων με κτήματα “ανταλλαξίμων” (αλλοεθνών που έφυγαν από την ελληνική επικράτεια με τις ανταλλαγές πληθυσμών). Και σ’ αυτή την περίπτωση το κράτος προτίμησε να δώσει μικρά κτήματα σε κάθε προσφυγική οικογένεια, δημιουργώντας έτσι μικροϊδιοκτήτες αγρότες.

Social effect:

Έτσι, στον αγροτικό χώρο κυριάρχησε μια ευρεία “μικρομεσαία” τάξη και γι’ αυτό δεν υπήρξαν κοινωνικές εντάσεις μεταξύ μεγαλογαιοκτημόνων από τη μια και ακτημόνων ή πολύ μικρών ιδιοκτητών γης από την άλλη. (Μόνη εξαίρεση η Θεσσαλία. Γιατί;)

Political effect:

Γι’ αυτό και δεν υπήρξε η κοινωνική βάση για τη δημιουργία ενός αγροτικού κόμματος (όπως έγινε π.χ. στη Βουλγαρία).

Για ποιο λόγο γίνεται κάτι τέτοιο; Γιατί η ελληνική ιθύνουσα τάξη δεν ενισχύει τη μεγάλη ιδιοκτησία;

Social reason:

Αυτή η “ιθύνουσα” τάξη προέρχεται κυρίως από τους προεστούς της τουρκοκρατίας. Αυτοί οι άνθρωποι διαθέτουν βέβαια μεγαλύτερη ιδιοκτησία γης από τους υπόλοιπους χωρικούς, η διαφορά όμως από τους μεσαίους και μικρούς ιδιοκτήτες είναι μικρή· είναι τουλάχιστον μικρότερη από τη διαφορά που είχε ένας φεουδάρχης-ευγενής της Δύσης από τους ελεύθερους χωρικούς. (Την πραγματικά μεγάλη ιδιοκτησία, και μάλιστα στις ευφορώτερες περιοχές, την είχαν οι Οθωμανοί αξιωματούχοι. Αυτοί όμως, μετά την επανάσταση του 1821, εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους, οι οποίες πέρασαν στην ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους.)

Political reason:

Η ανώτερη θέση των προεστών ή κοτζαμπάσηδων δεν πήγαζε, επομένως, μόνο ή τόσο από την οικονομική τους ανωτερότητα σε σχέση με τους άλλους “ραγιάδες”. Πήγαζε κυρίως από την πολιτική τους θέση: Ήταν οι μεσολαβητές ανάμεσα στους ραγιάδες και την οθωμανική εξουσία. Ήταν δηλαδή από τη μια υποχρεωμένοι να μεριμνούν για την εφαρμογή στις περιοχές τους του οθωμανικού νόμου και των σουλτανικών φιρμανιών, αλλά, από την άλλη, ήταν οι εκφραστές του “λαού” τους απέναντι στην οθωμανική εξουσία. (Γι’ αυτό και οι ίδιοι εκλέγονταν, σε πολλές περιπτώσεις με “αριστοκρατικά” συστήματα, σε κάποιες όμως και με “δημοκρατικά”.)

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, αυτοί οι άνθρωποι (οι προεστοί) ακολούθησαν –εκόντες-άκοντες, αργά ή γρήγορα– το ρεύμα και στο τέλος απέκτησαν την ηγεσία του κινήματος, άλλοτε σε συνεργασία κι άλλοτε σε ανταγωνισμό με τους οπλαρχηγούς. Αυτοί λοιπόν προσπάθησαν να φτιάξουν το νέο ελληνικό κράτος στα μέτρα τους. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, εφόσον δεν είχαν τεράστια οικονομική εξουσία, έπρεπε, για να διατηρήσουν την ανώτερη θέση τους, να έχουν πολιτική εξουσία. Γι’ αυτό και έπρεπε να εγκαθιδρύσουν ένα πολιτικό σύστημα στα μέτρα τους, ένα σύστημα δηλαδή που να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Το σύστημα αυτό δεν μπορούσε να είναι η απόλυτη μοναρχία, ένα σύστημα που ήταν κυρίαρχο την εποχή αυτή στην Ευρώπη και θεωρείτο το μόνο “καθώς πρέπει” πολιτικό σύστημα μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ. Η απόλυτη μοναρχία θα τους έθετε κάτω από την ανεξέλεγκτη εξουσία ενός μονάρχη και της αυλής του, που δεν θα μπορούσαν να την ελέγχουν και το πολύ-πολύ να τους πρόσφερε μερικές θέσεις υπουργών.

Το σύστημα που συνέφερε τους προεστούς δεν μπορούσε παρά να είναι κάποιο είδος δημοκρατίας, στενής ή διευρυμένης, κάποιο σύστημα που θα περιελάμβανε μια βουλή των αντιπροσώπων του λαού, στην οποία θα μπορούσαν οι ίδιοι να εκλέγονται. Κάποιο είδος, μάλιστα, δημοκρατίας όχι συγκεντρωτικής αλλά αποκεντρωμένης, ώστε αυτοί να έχουν το πάνω χέρι στην επαρχία τους. Ως βουλευτές –και, άμα λάχαινε, και υπουργοί– θα μπορούσαν να έχουν μονίμως επιρροή στα πολιτικά πράγματα και, επομένως, να διατηρούν αυτοί και τα παιδιά τους (οι καλοί γονείς φροντίζουμε και για τους απογόνους μας!) την ανώτερη θέση που ήδη είχαν στην ελληνική κοινωνία.

Γι’ αυτό και οι προεστοί στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου υπερψηφίζουν για την Ελλάδα ένα σύνταγμα “δημοκρατικό και φιλελεύθερο”. (Η πράξη τους αυτή είναι διπλωματικά ακατανόητη, αν σκεφτεί κανείς ότι ήθελαν την υποστήριξη των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες, όταν άκουγαν τη λέξη δημοκρατία, έβγαζαν σπυράκια, όπως ακριβώς σήμερα όταν ακούν τη λέξη αναρχία. Εξ ού και η αγχωμένη προσπάθεια των Ελλήνων να εξηγήσουν εκ των υστέρων στους Δυτικούς ότι «εμείς δεν κάνουμε κοινωνική αλλά εθνική επανάσταση και, προς Θεού, δεν είμαστε καρμπονάροι».)

Γι’ αυτό και οι προεστοί αντέδρασαν λυσσαλέα τόσο στον Καποδίστρια, που ήθελε να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες σχεδόν τις εξουσίες (στο τέλος τον ξεκάνανε στον Άγιο Σπυρίδωνα του Ναυπλίου), όσο και στο παιδαρέλι τον Όθωνα, που ήθελε να τους παραστήσει τον απόλυτο μονάρχη (πρώτα του επέβαλαν σύνταγμα και στο τέλος τον ξαπόστειλαν στον μπαμπά του). Όλα αυτά βέβαια στο όνομα της δημοκρατίας.

Εδώ είναι Βαλκάνια!

Αφού χαρήκαμε που οι πρόγονοί μας έφτιαξαν το μόνο δημοκρατικό κράτος στην τότε Ευρώπη,

τώρα να εξηγηθούμε: Άλλο η δημοκρατία που έφτιαξαν οι Δυτικοί και άλλο η δημοκρατία που έφτιαξαν οι δικοί μας.

Η δημοκρατία στη Δύση αναπτύχθηκε σε βιομηχανικά ανεπτυγμένες κοινωνίες και προέκυψε μέσα από σκληρούς ιδεολογικούς και ταξικούς αγώνες. Οι δυτικές κοινωνίες ήταν πια αστικοποιημένες και το παιχνίδι παίχτηκε κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Είτε βήμα-βήμα όπως στην Αγγλία, είτε κάπως πιο βάρβαρα και αιματηρά όπως στη Γαλλία με τη δράση των “ξεβράκωτων” (sans-culottes) και τη συχνό ανεβοκατέβασμα της γκιλοτίνας. Εκεί, ο λαός βέβαια αγωνιζόταν πρώτος και σκοτωνόταν (as usual), αλλά επικεφαλής ήταν μια ορμητική αστική τάξη (βιομήχανοι, έμποροι κ.ά.) που συγκρούστηκε με την απόλυτη μοναρχία και σήκωσε το λάβαρο της ελευθερίας για να μετασχηματίσει την κοινωνία.

Εδώ, αντίθετα, είχαμε ακόμα μια αγροτική κοινωνία, μια κοινωνία χωριών. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην πόλη και το χωριό; (Τι μάθαμε στην Κοινωνιολογία;) Ότι, στην πόλη οι σχέσεις είναι περισσότερο απρόσωπες ενώ στο χωριό προσωπικές. Ίντα’ναι πάλι τούτο; Αυτό σημαίνει ότι στην πόλη οι άνθρωποι γνωρίζουν “προσωπικά” μόνο το στενό οικογενειακό τους κύκλο· οι σχέσεις τους με τους άλλους είναι σχέσεις μεταξύ κοινωνικών ρόλων: Γνωρίζω τον εργοδότη μου, τον περιπτερά, συναντιέμαι με τον πωλητή της vodafone και του Media Markt, με τον υπάλληλο της τράπεζας· όλους αυτούς όμως δεν τους γνωρίζω ως πρόσωπα, τους ξέρω μόνο ως ρόλους (εργοδότη, πωλητή κ.τ.τ.). Εξ άλλου, το ίδιο το μέγεθος του πληθυσμού των πόλεων κάνει πιο εύκολη την ένταξή μου σε μια μεγάλη κοινωνική ομάδα ή την εξαφάνισή μου μέσα στη “μάζα”. Στην πόλη, επομένως, οι συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις είναι πιο εύκολο να γίνουν στη βάση ταξικών συμφερόντων ή και ιδεολογίας.

Στο χωριό, αντίθετα, όλοι γνωρίζονται προσωπικά, λειτουργούν περισσότερο ως “πρόσωπα” και λιγότερο ως κοινωνικοί ρόλοι: Ο μπακάλης είναι ο κυρ-Μήτσος, του οποίου η γυναίκα είναι κουνιάδα της ξαδέρφης του θείου μου· άσε που έχω την ιδέα να προξενέψω στην κόρη του το γιο μου, μπας και πάρουμε προίκα το μαγαζί. Γι’ αυτό είναι πιο δύσκολο (όχι βέβαια και αδύνατο) να αναπτυχθεί ταξική και ιδεολογική αντιπαράθεση στον αγροτικό χώρο, γιατί πρέπει να ξεπεραστεί η προσωπική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στους ανθρώπους. Πώς να πάρεις τα όπλα (ή τις πέτρες) ενάντια στον κοτζάμπαση του χωριού, όταν αυτός σου έχει βαφτίσει το παιδί και όταν παίζεις καθημερινά τάβλι στο καφενείο με τον χωροφύλακα;

Έτσι, στην αγροτική και “καθυστερημένη” Ελλάδα δεν υπάρχουν οι ίδιες κονωνικές συνθήκες με τη βιομηχανική και “ανεπτυγμένη” Δύση. Η δημοκρατία δεν ήρθε ως αποτέλεσμα του αγώνα των αστών (ή/και των εργατών της πόλης) αλλά ως αποτέλεσμα των προσπαθειών των προεστών όχι μόνο να διατηρήσουν την εξουσία τους μέσα στις νέες συνθήκες αλλά και να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερη, αφού τώρα δεν θα είχαν τους Τούρκους πάνω από το κεφάλι τους. Έτσι γίναμε για κάποιο διάστημα οι πρωτοπόροι της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Δεν λέω αν ήταν καλό ή κακό, όμως έτσι έγινε.

Στην ελληνική βουλή του 19ου αιώνα

Για να έχουμε όμως δημοκρατία, κάποιοι πρέπει να με ψηφίζουν. Ποιος θα με ψηφίσει και με ποια κριτήρια, αφού όλοι είμαστε μια ωραία οικογένεια, αφού δηλαδή δεν υπάρχουν έντονα διαφοροποιημένες κοινωνικές τάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα, που θα οδηγούσαν στη δημιουργία κομμάτων με διακριτούς στόχους και ιδεολογία; Θα με ψηφίσουν αυτοί που μου έχουν υποχρέωση, αυτοί που μου χρωστάνε χάρη. Και γιατί θα μου χρωστάνε χάρη; Διότι θα τους έχω κάνει ό,τι ρουσφετάκι μπορώ: Θα τους έχω διορίσει το παιδί στο δημόσιο, θα τους έχω βοηθήσει να χτίσουν μια παράγκα ψιλοπαράνομα, θα έχω μηνύσει στη διοίκηση να κάνει τα στραβά μάτια αν ο ψηφοφόρος μου έχει καταπατήσει κανένα στρεμματάκι γης, γιατί «κι αυτός μεροκαματιάρης είναι και πρέπει να ζήσει τα παιδιά του». Αλλά και το χωριό συνολικά θα προσπαθώ να βοηθήσω: με κάποιο δρόμο, κάποιο γεφύρι, κάποιο σχολείο.

Δημιουργείται λοιπόν ένα πλέγμα αλληλεξαρτώμενων σχέσεων ανάμεσα στον βουλευτή και τους ψηφοφόρους. Ο βουλευτής μάς κάνει τα ρουσφέτια που χρειαζόμαστε και εμείς του το ανταποδίδουμε στις εκλογές, γιατί «ο άνθρωπος φάνηκε εντάξει απέναντί μας».

Εδώ θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος: «Και γιατί να μην πω του βουλευτή ότι θα τον ψηφίσω και μετά να κάνω ό,τι γουστάρω στην κάλπη;» Κάτι τέτοιο δεν γίνεται, γιατί στο χωριό δεν είναι και τόσο μυστική η ψήφος όσο φαίνεται: Στο χωριό τα κουκιά είναι μετρημένα και φαίνεται αν κάποιοι ψηφοφόροι παρασπόνδησαν. Εξάλλου, ο βουλευτής και οι τοπικοί του αντιπρόσωποι δεν θέλουν από σένα να κάνεις μόνο ό,τι κάνεις κρυφά πίσω από το παραβάν. Θέλουν και να προσπαθήσεις να επηρεάσεις τους άλλους, από την οικογένειά σου μέχρι και τους φίλους σου στο καφενείο. Θέλουν να τον χειροκροτήσεις ένθερμα όταν θα έρθει στο χωριό. Θέλουν δηλαδή να εκτεθείς στα φανερά, να δείξεις σε όλους με ποιον είσαι. Άρα, πάει περίπατο η μυστικότητα της ψήφου.

Έτσι, οι πελατειακές σχέσεις είναι σύμφυτες με την ελληνική δημοκρατία: Είτε θα είχαμε δημοκρατία με πελατειακές σχέσεις είτε “σύγχρονους” κρατικούς θεσμούς αλλά χωρίς δημοκρατία! Διαλέγετε και παίρνετε.

Other effects: Public sector, immigration, education

Παρένθεση: Η μικρή ιδιοκτησία έχει κι άλλες ενδιαφέρουσες επιπτώσεις. Ας σκεφτούμε τον μικροϊδιοκτήτη αγρότη που έχει την κακή συνήθεια να κάνει πολλά παιδιά. Τι θα γίνουν αυτά όταν μεγαλώσουν; Το χωράφι δεν μπορεί να κατατεμαχίζεται επ’ άπειρον, ώστε να παίρνουν όλα τα παιδιά ένα αξιοπρεπές μερίδιο. Θα πάει αναγκαστικά στον πρωτότοκο ή, στη χειρότερη περίπτωση, για προίκα της μεγάλης κόρης. Τι θα γίνουν οι υπόλοιποι; Έχουν δύο επιλογές: ή να βρουν μια απασχόληση στο δημόσιο τομέα ή να αναζητήσουν την τύχη τους στο εξωτερικό, όπου ανθούν ελληνικές επιχειρήσεις, κυρίως εμπορικές. Και για τις δύο όμως αυτές επιλογές είναι απαραίτητο να ξέρει το παιδί κάποια γράμματα, τουλάχιστον να έχει βγάλει το Δημοτικό. Για το μεν δημόσιο, δεν νοείται υπάλληλος που να μην ξέρει να γράφει στοιχειωδώς (και μάλιστα στην καθαρεύουσα!) για δε τις ελληνικές επιχειρήσεις του εξωτερικού δεν νοείται υπάλληλος που να μην ξέρει να μετράει και να κάνει λογαριασμούς. Έτσι, μια απρόσμενη επίπτωση της εξάπλωσης της μικροϊδιοκτησίας στον αγροτικό τομέα είναι η ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης ίσως στραβής κι ανάποδης, μιας εκπαίδευσης όμως υπαρκτής με πλήθος μαθητών που θα το ζήλευαν και πολλές “ανεπτυγμένες” χώρες της εποχής.

Στα παραπάνω, δηλαδή στο πελατειακό σύστημα και στις ανάγκες αποκατάστασης των φτωχών αγροτόπαιδων, οφείλεται και η υπέρμετρη ανάπτυξη του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα, ήδη από τον 19ο αιώνα. Σ’ αυτήν συνέβαλε και ένα κόλπο: Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είχαν μονιμότητα. Έτσι, όποτε άλλαζε ο αρμόδιος υπουργός, απέλυε τους μισούς δημόσιους υπάλληλους και προσλάμβανε τους “δικούς του”. Οι απολυμένοι μαζεύονταν στο κέντρο της Αθήνας αλλά, αντί να ρίχνουν μολότωφ, οδύρονταν και κλαίγανε τη μοίρα τους στην πλατεία Κλαυθμώνος, η οποία ονομάστηκε έτσι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο (από τη λέξη κλαυθμός).

Το υπουργείο στην πλατεία Κλαυθμώνος, όπου οι απολυμένοι δημόσιοι υπάλληλοι κλαίγανε τη μοίρα τους!

Στα παραπάνω επίσης οφείλεται, εν μέρει, και η μεγάλη μετανάστευση Ελλήνων προς το εξωτερικό. Το πλεονάζον δυναμικό της ελληνικής επαρχίας είχε και αυτή την επιλογή, στηριγμένο στην εδώ και αιώνες παρουσία του ελληνισμού, κυρίως εμπόρων, σε πλήθος χωρών και περιοχών. Γράφω στην τύχη: Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Οδησσός, Βουδαπέστη, Τεργέστη, Βιέννη, Μασσαλία, Παρίσι, Λονδίνο, όλα κέντρα ελληνικών παροικιών από την εποχή της τουρκοκρατίας. Μιλώ όχι τόσο για ανειδίκευτους εργάτες, φαινόμενο που το συναντάμε λίγο αργότερα με πρώτο στόχο την Αμέρικα, όσο για ψιλογραμματιζούμενους Έλληνες που προσπαθούσαν να διαπρέψουν στα ποικίλα διεθνή εμπορικά δίκτυα που είχε στήσει κάποιος θείος ή ξάδελφος του μπατζανάκη του πατέρα τους.

Other effect: No workers, no industry!

Αυτά έγιναν. Υπάρχει και κάτι που δεν έγινε, επίπτωση κι αυτό της κυριαρχίας της μικρής ιδιοκτησίας στην αγροτική Ελλάδα. Αυτό που δεν έγινε είναι η βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Γιατί; Διότι η βιομηχανία και γενικά το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (καπιταλισμός) για να κάνει το πρώτο μπουμ, το πρώτο μεγάλο άλμα προς τα εμπρός, για να κάνει την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου που στη συνέχεια θα επενδυθεί, χρειάζεται μια μάζα εξαθλιωμένου και πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού. Λυπάμαι, αγαπητοί μου καταναλωτές: Η ευημερία της κοινωνίας της αφθονίας, με την τεχνολογία της και τα γκατζετάκια της, στηρίχτηκε σε εκατομμύρια εξαθλιωμένους εργάτες-προλετάριους. Πού τους βρήκε; Τους βρήκε από το πλεονάζον δυναμικό της υπαίθρου, από τους ανθρώπους που δεν είχαν πια ούτε ιδιοκτησία ούτε καν δουλειά στο χωράφι και άρχισαν να κατακλύζουν τις πόλεις για ένα κομμάτι ψωμί. Στην Ελλάδα όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο, γιατί από τη μια υπήρχε το χωραφάκι και δυο-τρεις γίδες, από την άλλη η μετανάστευση, αλλά και ο βουλευτής μας που κάποιοι παιδί θα διόριζε, ο Θεός να τον έχει καλά! (Η ελληνική βιομηχανία έκανε το πρώτο της σοβαρό άλμα προς τα μπρος όταν βρήκε μπόλικους εξαθλιωμένους: ήταν οι μικρασιάτες πρόσφυγες μετά το 1922, που δεν κατάφεραν να αποκατασταθούν αλλιώς.)

Πού είναι η αστική τάξη;

Καλά ολ’ αυτά· (μεγαλο)αστοί όμως δεν υπήρχαν; Δεν υπήρχαν Έλληνες μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, βιομήχανοι, μεγαλοεπενδυτές των χρηματιστηρίων, κεφαλαικράτες εν γένει; Εκείνη δηλαδή η κοινωνική τάξη που, όπως στη Γαλλία φερ’ ειπείν, θα μπορούσε να σπρώξει τα πράγματα προς μια εκβιομηχάνιση και έναν εκσυγχρονισμό των θεσμών; Βεβαίως και υπήρχαν. Γνωρίζουμε πάμπολλους Έλληνες με τεράστιες περιουσίες. Όχι όμως τόσο στην Ελλάδα όσο στο εξωτερικό. Ιδίως στον 19ο αιώνα το μεγάλο ελληνικό κεφάλαιο διαπρέπει στο εξωτερικό, κυρίως στο εμπόριο και τις τραπεζικές εργασίες. Αυτοί δεν έβλεπαν να τους προσφέρονταν μεγάλες “ευκαιρίες” στο νεοελληνικό κράτος. Βέβαια, δεν έχουμε παράπονο: Πολλοί έγιναν “εθνικοί ευεργέτες” κάνοντας ποικίλες και μεγάλες δωρεές τόσο στο κράτος και την πρωτεύουσά του όσο και στην Αθήνα. Όμως, από σοβαρές βιομηχανικές επενδύσεις γιοκ! Κακά τα ψέματα: Αν δεν είχες αρκετούς πεινασμένους απασχολήσιμους, που να σου έλεγαν “ευχαριστώ” αν έτρωγαν ένα λουκάνικο το μήνα, η επένδυση στη βιομηχανία δεν συνέφερε. Μόνο όταν τα πράγματα σκούραιναν στο εξωτερικό (με καμμιά οικονομική κρίση, με τίποτα εθνικισμούς), τότε φέρνανε τα κεφάλαια στη μητέρα-πατρίδα. Και τότε όμως βολεύονταν με την ήδη υπάρχουσα κατάσταση και φρόντιζαν να τα ’χουν καλά με το υπάρχον κράτος, ώστε αυτό να τους προστατεύει και αυτοί να κάνουν καμμιά σίγουρη επένδυση ή τίποτε κρατικές προμήθειες. Γιατί να ριψοκινδυνέψουν περισσότερο; Όπως είπαμε και παραπάνω, κάποια βιομηχανία μπόρεσε να σταθεί στα πόδια της μόνο όταν βρέθηκαν μπόλικοι πεινασμένοι (οι πρόσφυγες).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: